Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Οι Γερμανοί έψαχναν τις ρίζες τους στα ελληνικά σπήλαια


«Σεϊντί. Παλαιολιθική κατοίκηση στη Βοιωτία» του Πάρι Βαρβαρούση. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση


Μια ξεχασμένη ιστορία, που δείχνει το ενδιαφέρον των Γερμανών να βρουν τις παλαιότατες πολιτισμικές τους ρίζες και μάλιστα στην Ελλάδα, πράγμα που εξηγεί το θαυμασμό αλλά και το φθόνο τους για τον τόπο μας, έρχεται να μας θυμίσει ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παπαζήση με τίτλο «Σεϊντί. 

Το Σεϊντί σήμερα στις παρυφές τη Κωπαΐδας 

  Το Σεϊντί σήμερα στις παρυφές τη Κωπαΐδας Παλαιολιθική κατοίκηση στη Βοιωτία» του Πάρι Βαρβαρούση. Ο συγγραφέας, ύστερα από μια εισαγωγή στην παλαιολιθική κατοίκηση της Βοιωτίας, φωτίζει την ιστορία του σπηλαίου Σεϊντί Αλιάρτου, μιας φυσικής βεράντας για τον άνθρωπο εκείνης της εποχής, ο οποίος θα μπορούσε να εντοπίσει τα θηράματά του στο στενό πέρασμα άγριων ζώων μεταξύ της λίμνης Κωπαΐδας και του Ελικώνα. 

Ιχνη φωτιάς
Οι ανασκαφές σε αυτό το σπήλαιο, που ο κ. Βαρβαρούσης αποκαλεί «βραχοσκεπή» λόγω του μικρού βάθους του και της διάβρωσης που έχει υποστεί από τη βροχή και το χιόνι η είσοδός του ύστερα από τόσες χιλιετίες, ξεκίνησαν στα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα. Οι συστηματικές εκείνες έρευνες έδειξαν «παλαιολιθικά κατάλοιπα και πλειστοκαινική πανίδα μεγάλων θηλαστικών». Επίσης «στα κατώτερα στρώματα της βραχοσκεπής αναγνωρίστηκαν λιθοτεχνίες από πυριτόλιθο, ίχνη φωτιάς, θραυσμένα οστά και δόντια μεγάλων θηλαστικών, υπολείμματα οστράκων και άλλα κατάλοιπα διατροφής των ενοίκων του, ορισμένα από τα οποία χρονολογούνται στην Ωρινάκια πολιτισμική φάση, περίπου 30.000 χρόνια πριν από σήμερα». 

Το εσωτερικό της βραχοσκεπής Σεϊντί 

  Το εσωτερικό της βραχοσκεπής Σεϊντί Θα πει κανείς πως, δόξα τω Θεώ, έχουμε πολλά σπήλαια στην Ελλάδα με ευρήματα κατοίκησης από την παλαιολιθική εποχή. Εδώ όμως «η στρωματογραφική ακολουθία άλλαξε ουσιαστικά και τον προϊστορικό χάρτη της Ελλάδας, ο οποίος μέχρι τότε εμφανιζόταν χωρίς καμία αποτύπωση παλαιολιθικών θέσεων». Επίσης ήταν η πρώτη φορά που επιβεβαιώθηκε κατοίκηση στον ελληνικό χώρο όχι τροφοπαραγωγών, αλλά κυνηγών τροφοσυλλεκτών.
Η διαπίστωση αυτή έγινε το 1941, όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Γερμανός αρχαιολόγος Rudolf Stampfus με σκοπό να εντοπίσει υλικό από την περίοδο των παγετώνων και να συγκεντρώσει ευρήματα για τον άνθρωπο που έζησε σε πολύ παρωχημένες εποχές, όπως σημειώνεται στο βιβλίο. «Επειτα από ολιγοήμερες έρευνες στην ανατολική λεκάνη της Κωπαΐδας, όπου υπάρχουν αρκετά σπήλαια και βραχοσκεπές, προχώρησε σε περιορισμένη ανασκαφή στο Σεϊντί (20-29 Οκτωβρίου 1941). Επιστρέφοντας στη Γερμανία μετέφερε μέρος των λίθινων και οστέινων ευρημάτων στο Πανεπιστήμιο Freiburg για παραιτέρω μελέτη, ενώ ένα άλλο μέρος παρέδωσε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών». Υστερα από δεκαπέντε χρόνια ήρθε και έκανε ανασκαφές η εξειδικευμένη στη χρονολόγηση ιζημάτων και οστών προϊστορικής εποχής Elisabeth Schmid. Σήμερα τα ευρήματα από το Σεϊντί είναι εκαντοντάδες λίθινα και οστέινα εργαλεία, ενώ οι τομές στις επιχώσεις έδειξαν κατάλοιπα γεωμετρικών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, δηλαδή συνεχή χρήση. 

Στο ερώτημα τι προσέλκυσε τους Γερμανούς σ' αυτό το σπήλαιο, η απάντηση είναι ότι οι Γερμανοί κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου έψαχναν να βρουν την πολιτισμική καταγωγή τους σε παλαιολιθικές θέσεις της Ευρώπης. Ενας μεγάλος αριθμός Γερμανών αρχαιολόγων είχε ενταχθεί σε προγράμματα του ναζιστικού καθεστώτος για την αναζήτηση πολιτισμικών κοιτίδων ινδογερμανικής καταγωγής και κρυμμένων θησαυρών. Ο καθηγητής Rudolf Stampfus είχε ενταχθεί σε ένα από τα ναζιστικά αυτά προγράμματα και ήρθε στην περίοδο της Κατοχής για να εξερευνήσει το σπήλαιο Σεϊντί γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό... Οι γνώσεις του για την κλασική Ελλάδα αποτέλεσε το κίνητρο για το ερευνητικό πρόγραμμα του Βερολίνου «Σπήλαια Κεντρικής Ελλάδας». Ο Stampfus παρατήρησε πως ορισμένα από τα λίθινα αντικείμενα της Ωρινάκιας φάσης είναι ανατολικής προέλευσης, πράγμα που επιβεβαιώνει τη θεωρία ότι οι κυνηγετικές ομάδες προέρχονταν από ανατολικά γεωγραφικά διαμερίσματα. Ανατολική προέλευση διακρίνει ο Γερμανός αρχαιολόγος στις φυλλόσχημες αιχμές (με μίσχο). 

Homo sapiens
 

  Ο άνθρωπος που πρωτοκατοίκησε στο Σεϊντί ανήκει στην εποχή των παγετώνων, «όταν μεγάλο τμήμα της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, καθώς και μέρος της Κεντρικής Ελλάδας στην περιοχή της Πίνδου, καλύπτονταν με πάγους». 

«Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε στον ευρωπαϊκό χώρο ο homo sapiens, ο πρώτος ανατομικά σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος αντικατέστησε τους πληθυσμούς του τύπου homo erectus (όρθιος άνθρωπος) και homo neandertalensis (άνθρωπος του Νεάντερταλ). Ο homo sapiens και η ακόμη πιο εξελιγμένη μορφή του homo sapiens sapiens ήλθε από την αφρικανική ήπειρο και μετακινήθηκε μέσω της Εγγύς Ανατολής στον ευρωπαϊκό χώρο»

Οι άνθρωποι αυτοί ασχολούνταν με το κυνήγι ζώων και πτηνών και τη συλλογή καρπών. Αναγκάζονταν να ακολουθούν στις εποχικές μετακινήσεις τους τα ζώα και να βρίσκουν ασφαλή καταλύματα σε σπήλαια ή βραχοσκεπές, αρκεί να είχαν πρόσβαση σε πόσιμο νερό, όπως ακριβώς συμβαίνει στο Σεϊντί. Οταν βελτιώθηκαν οι κλιματικές συνθήκες, εγκατέλειψαν τις σπηλιές και έφτιαξαν καλύβες, χρησιμοποιώντας τες πλέον για την αποθήκευση τροφίμων και το σταβλισμό των ζώων. 


enet
 

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Τζαμιά χτίζουν μόνο όσοι θέλουν να προσκυνήσουν μέσα σε αυτά





Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος, Κιλκίς


Το 1985 εκοιμήθη μια προγιαγιά μου, εκατό χρονών, μητέρα της γιαγιάς μου. Είχε γεννηθεί το 1890 περίπου στον Μοσχοπόταμο Πιερίας, δηλαδή, όταν ακόμη η Μακεδονία βίωνε την «θαυμαστή τάξη», όπως θα έλεγε και η χαριτόβρυτος κ. Ρεπούση, της Τουρκοκρατίας. 
 Ο Μοσχοπόταμος, η Δρυάνιστα όπως λεγόταν τότε, ήταν κεφαλοχώρι, γι’ αυτό είχε και σταθμό Τούρκων χωροφυλάκων, τους ζαπτιέδες ή νιζάμηδες όπως τους έλεγαν, με αποστροφή, οι παππούδες μας. Η γερόντισσα είχε χηρέψει πολύ νέα, 22 ετών, ο άντρας της είχε χαθεί κατά την οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία. 
(Οι συμπολεμιστές του διηγήθηκαν ότι αρνήθηκε να παραδοθεί, όταν περικυκλώθηκαν από τους Τούρκους και δηλώθηκε αγνοούμενος. Η γιαγιά μας τον περίμενε για όλη της την ζωή και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Το 1940 έζησε και τον χαμό του γαμπρού της στις αετοράχες της Βορείου Ηπείρου. Δεν γόγγυσε ποτέ στη ζωή της, δεν τα ‘βαλε με τον Θεό, τον οποίο δοξολογούσε ακαταπαύστως, πέθανε στον ύπνο της). 
Θυμάμαι, στο μεσόφρυδό της, είχε χαραγμένο έναν μικρό, ανεξίτηλο, γαλάζιο σταυρό, κάτι σαν δερματοστιξία («ελληνιστί» τατουάζ). Όταν την ρωτούσαμε γι’ αυτόν τον σταυρό μας «μολογούσε τα καθέκαστα» της Τουρκοκρατίας.

Οι κοπέλες έβαζαν τα πιο παλιά τους φουστάνια και κουκουλώνονταν και καταχώνουνταν να μην τις δει το μάτι του Τούρκου το πόρνο. Οι γονιοί τους τις στιγμάτιζαν με τον σταυρό-το αήττητον τρόπαιον- για να… αποτρέπεται η ασελγής επιθυμία των Τούρκων. Ο σταυρός δεν έσβηνε, έπρεπε να χαλάσει το πρόσωπο… «Τι τρόμους και τι καρδιοχτύπια περάσαμε με τους Τούρκους, που διαφέντευαν τούτα τα μέρη, με το χαράτσι και το γιαταγάνι» έλεγε η αγαθή γιαγιάκα, «πώς ζήσαμε ένας Θεός το ξέρει, ώσπου να ‘ρθει το ρωμαίικο». 
«Αρχαίος άνθρωπος» η γιαγιά, Ρωμιά γνήσια, γεμάτη καλοσύνη, γελούσε και το «χιονοφεγγόφωτον» πρόσωπό της, έλαμπε. Αυτό το είδος ανθρώπου εξέλιπε, όταν άρχισε ο εξευρωπαϊσμός, ή καλύτερα, ο εκδυτικισμός μας. Εκείνοι οι άνθρωποι ήταν φτωχοί και καταφρονεμένοι, με «τα πάθια και τους καημούς τους», όμως «αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων». (Ελύτης). Να παραθέσω εκείνο το ωραίο που γράφει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, στο θαυμάσιο και «προορατικό» βιβλίο του «Το χαμένο κέντρο», το 1962 γραμμένο.
«Όταν οι προοδευμένοι άνθρωποι-δε μιλάω ειρωνικά- καταλάβουνε μια μέρα ή ξαναβρούνε, δύσκολα, την παράδοσή τους (την παράδοση μπορείς να την καταλάβεις μονάχα με τη ζωή σου ή με τη μεταφυσική πράξη, διαφορετικά απομένει, και αυτή, μόνο φιλοσοφία ή φιλοσοφικό σύστημα και, το σπουδαιότερο, χάνει τότες τη θεϊκιά προέλευσή της), θα πρέπει να χρωστάνε ευγνωμοσύνη στις καθυστερημένες γριές-και πάλι δεν μιλάω ειρωνικά-τις μαννάδες ή τις κυρούλες των περισσοτέρων από μας, που ανάφτανε-ακούραστες-τα καντήλια στα ταπεινά ξωκλήσια και στα ερημομονάστηρα της Ελλάδας, όλο αυτό το διάστημα της σιωπής ή της μεταφυσικής αγρανάπαψης, που εκείνοι-κουρασμένοι-μεριμνούσανε και τυρβάζανε περί πολλά».

(Από το βιβλίο του Χρ. Γιανναρά, «Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα», σελ. 267, εκδ. «Πατάκης»).

Θα αναρωτηθεί, εύλογα, κάποιος, γιατί παρέθεσα αυτόν τον πρόλογο; 
Εξηγώ, αφήνοντας, προς το παρόν, «τω καιρώ εκείνω», ερχόμενος στον «καιρώ ετούτω».

Ο λαός «τηγανίζεται» από την φρικώδη κρίση, οι μισοί Έλληνες είναι άνεργοι, οι νέοι, τα καλύτερα μυαλά μας, λεηλατούνται, μεταναστεύουν στο εξωτερικό, οι γέροντες γονείς μας, βιώνουν την θλίψη της περιθωριοποίησης των παιδιών τους και την αγωνία της κατάρρευσης του συστήματος Υγείας, τα σχολεία φυτοζωούν και… υπάρχει κι ένας υπουργός «περήφανος», επιχαίρων για τα έργα του: ο κ. Χρυσοχοϊδης, εξαίσιον πτώμα και κατάλοιπο της χειρότερης εποχής του νεοελληνικού βίου.
Και γιατί «χαίρεται και χαμογελά»;
Διότι επί υπουργίας του θα οικοδομηθεί τέμενος, τζαμί στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους. Στη Βουλή αντέδρασε μόνο η εκκωφαντική ημιμάθεια της Χρυσής Αυγής, πράγμα πολύ βολικό για τους ποικιλώνυμους τουρκοτζουτζέδες.

Ο κ. υπουργός αναμάσησε τα γνωστά, κούφια επιχειρήματα -«κελύφη έρημα εννοίας», όπως θα έλεγε κι ο Ροϊδης- περί προσαρμογής στα ευρωπαϊκά δεδομένα. «Είμαστε η μοναδική χώρα του Ράιχ-η λεγόμενη καλλιτεχνικώς και Ευρωπαϊκή Ένωση-που δεν έχουμε τζαμί», ενώ υπάρχουν πάμπολλα στην Αθήνα, «είναι ρατσιστικό, δεν προσιδιάζει στην πολυπολιτισμική κοινωνία μας» και λοιπά και λοιπά. 
Το αντεπιχείρημα είναι ένα και μοναδικό. Το Βέλγιο, η Γαλλία, η Σουηδία και άλλες χώρες της Δύσης, δεν γνώρισαν το τούρκικο μαχαίρι, το Ισλάμ των γενιτσάρων ούτε έχουν Κολοκοτρώνηδες και Καραϊσκάκηδες που έδωσαν την ζωή τους για να ξεκουμπιστούν τα τζαμιά κάτω από την Ακρόπολη. Είναι ιεροσυλία, ασυγχώρητη ασέβεια και προσβολή της μνήμης των εκατομμυρίων Ελλήνων, που σφάχτηκαν από τους γενοκτόνους μας Τούρκους.

Και για να θυμίσω στον κ. Χρυσοχοϊδη το σύμβολο ποιου «πολιτισμού» τιμά το νεοελληνικό κράτος και σε ποιους κάνει τεμένη και… τεμενάδες, παραπέμπω στο έξοχο βιβλίο του Χρήστου Αγγελομάτη «Χρονικόν Μεγάλης Τραγωδίας- Το έπος της Μικράς Ασίας», Αθήνα 1962, το οποίο βραβεύτηκε και από την Ακαδημία Αθηνών. Το απόσπασμα αναφέρεται στο φοβερό στρατόπεδο αιχμαλώτων του Ουσάκ -τα χιτλερικά κτήνη τον Κεμάλ είχαν «δάσκαλο»- στο οποίο, ίσως χάθηκε και ο προπάππους μου, στρατιώτης, Αθανάσιος Τζάγκας. (σελ. 378-379, τρίτης έκδοσης του βιβλίου).

«Μεταξύ των αιχμαλώτων ήτο και ο ιατρός Αποστολίδης. Έζησε και αυτός το μαρτύριον του στρατοπέδου αιχμαλώτων του Ουσάκ και μας δίδει φρικιαστικήν εικόνα:
“Μένουν ζωντανές, γράφει, πολλές μακάβριες εικόνες στην μνήμη μου της φρικτής εκείνης εποχής. Γνώρισα κτηνανθρώπους σαν τον ανθυπολοχαγό Φουάτ, από το Σκούταρι, που όταν ξυπνούσε το πρωί η πρώτη του κουβέντα ήταν:
“-Κάτς κισί γκεμπερίν βάρ; (Πόσοι ψόφησαν σήμερα;)
“Εννοούσε τους πεθαμένους αιχμαλώτους. Ηδονιζόταν με τη λέξι ψόφησε και όχι πέθανε…

Στο νοσοκομείον του Ουσάκ υπήρχαν ο περίφημος θάλαμος των διαρροϊκών. 
Από τον θάλαμον αυτόν κανείς δεν εβγήκε ζωντανός. Μόνον ένας κι αυτός από θαύμα. Στον θάλαμον αυτόν έβλεπε κανένας επάνω σε αχυρένια στρώματα, αραδιασμένα κατάχαμα κινούμενα πτώματα, η δε βρώμα ήταν τέτοια, που μόνο το να μπής, όχι και το να κάνης επίσκεψι, ήταν ηρωισμός”.

Μίαν ημέραν ευρέθη και ένας τούρκος να συγκινηθή από το θέαμα, αλλά βέβαια και χωρίς κανένα αποτέλεσμα, διότι και αν ήθελε να επέμβη, δεν θα του το επέτρεπαν οι άλλοι.
Αντικρύζων από την πόρταν το θέαμα, εδάκρυσε και εψιθύρισε:
-   Γιαζίκ! (κρίμα).
Και σκουπίζων κατόπιν τα δάκρυά του, εγύρισε τις πλάτες και απεμακρύνθη.

“Λέγοντας, συνεχίζει ο ιατρός Αποστολίδης, νοσοκομείον πρέπει κανείς να έχη υπ’ όψιν του, γυμνά δωμάτια, χωρίς τζάμια και χωρίς πόρτες, μήνας Δεκέμβριος σε υψόμετρο 800 μέτρα… Εις τον θάλαμο διαρροϊκών του Ουσάκ, ένα μισοϋπόγειο πλακόστρωτο δωμάτιο, έμειναν ξαπλωμένοι ετοιμοθάνατοι υπό θεραπείαν… Μετά το θάνατό τους γυρίζαν το βρωμισμένο στρώμα από την άλλη για να δεχθή νέον πελάτη…Ο νεοελθών θα έμενεν εκεί νοσηλευόμενος μέχρι που… να πεθάνη κι αυτός και να ξαναγυρίση πάλι το βρωμισμένο στρώμα και να δεχθή τρίτον κι έτσι συνέχεια. Αυτήν την Κόλασι, ούτε ο Δάντε δεν μπόρεσε να φαντασθή”.

Εις το στρατόπεδον αιχμαλώτων του Ουσάκ εξηκολούθησαν η μεταφορά αιχμαλώτων καθ’ ομάδας και μεμονωμένων καθ’ όλον το μέχρι του 1923 χρονικόν διάστημα. Από αυτούς επληροφορούντο οι αποσκελετωμένοι Έλληνες στρατιώται διάφορα περιστατικά της τραγωδίας τα οποία αγνοούσαν, διότι ο κάθε τομεύς και η κάθε πόλις είχεν την ιδικήν της δραματικήν περιπέτειαν.

Οι παλαιότεροι θα ενθυμούνται την δημοσιευθείσαν είδησιν εις τας αθηναϊκάς εφημερίδας, μίαν ημέραν του Φεβρουαρίου του 1924. 
“Το προσεγγίσαν εις την Θεσσαλονίκην αγγλικόν πλοίον “Ζάν”, μετέφερε τετρακόσιους τόνους οστών Ελλήνων, από τα Μουδανιά, εις την Μασσαλίαν, προς βιομηχανοποίησιν. Οι εργάται λιμένος Θεσσαλονίκης, πληροφορηθέντες το γεγονός, ημπόδισαν το πλοίον να αποπλεύση. Επενέβη όμως ο άγγλος πρόξενος και επετράπη ο απόπλους”. Ήσαν τα οστά Ελλήνων ηρώων… Ήσαν τα οστά των Ελλήνων στρατιωτών που μετά τας ομαδικάς σφαγάς και εξοντώσεις αργοπέθαιναν εις τα στρατόπεδα αιχμαλώτων, από τα οποία, το φοβερώτερον ήτο το στρατόπεδον του Ουσάκ».
Στο ίδιο βιβλίο, στην σελίδα 184, διασώζει ο συγγραφέας κι ένα άλλο επεισόδιο. Καλό θα ήταν να το διαβάσουν οι «κυβερνώντες» και να μιμηθούν τον πρωταγωνιστή του.
«Ήτο τότε, η μοιραία ημέρα της 26ης Αυγούστου 1922, ότε τα πάντα είχον διαλυθή. Όλως τυχαίως, όμως, συνήντησε τον ταγματάρχην Μουτσούλαν ο υπολιμενάρχης Σμύρνης Αντώνιος Μπαχάς και τον επεβίβασε βιαίως επί του αποπλεύσαντος την ημέραν εκείνην τελευταίου επιτάκτου ατμοπλοίου “Νάξος”.

“Άμα τη εισόδω της “Νάξου” εις τον λιμένα της Χίου, ο ταγματάρχης Μουτσούλας, ανελθών επί του καταστρώματος του πλοίου το οποίον ήτο κατάμεστον από αξιωματικούς και πολίτας, ανεφώνησεν: 

“‘Έπειτα από το αίσχος αυτό, την εθνικήν αυτήν συμφοράν, δεν μας επιτρέπεται να πατήσωμεν χώμα Ελληνικόν!…
Όλοι οι Έλληνες να πάμε να πνιγούμε! Και, πρώτος, δίδω το παράδειγμα εγώ!”.

Και, πράγματι, ερρίφθη εις την θάλασσαν και επνίγη.

Οι Χιώτες ενεταφίασαν αυτόν, εκβρασθέντα μετά τριήμερον, εις την εκκλησίαν άγιος Ιωάννης και επί μαρμαρίνης στήλης άγνωστος μοι μέχρι τούδε, εχάραξε:

«Ή καλώς ζην ή καλώς τεθνάναι τον ευγενή χρη».


Aς Μιλήσουμε Επιτέλους

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Οι Αρχαίοι Έλληνες Είχαν Αναπτύξει Την Μικροτεχνολογία Από Τον 14ο Αιώνα π.Χ




Την ανάπτυξη της μικροτεχνολογίας κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αποτυπώνονται σύμβολα σε επιφάνειες μεγέθους φακής, κατέδειξε η μελέτη ενός μικρού ειδωλίου, του μοναδικού που έχει βρεθεί έως σήμερα με χαραγμένα πάνω του σύμβολα της Γραμμικής Β’.

Πρόκειται για ένα χάλκινο μικρό ταυροειδές ειδώλιο, που φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου και τοποθετείται χρονικά στη Μυκηναϊκή περίοδο. Το ειδώλιο ανακαλύφθηκε το 1903 στην Αγία Τριάδα, κοντά στην πλατεία των ιερών (Piazzale dei Sacelli). Το 2010 η τότε διευθύντρια του Μουσείου, Αθανασία Κάντα, προχώρησε σε ευρεία εξέταση και ψηφιακή αποτύπωση παλαιών ευρημάτων με σκοπό τη μουσειολογική μελέτη για την επανέκθεση του Μουσείου και προχώρησε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας με στόχο την φωτογράφηση με πολυφασματική ανάλυση του μικρού ειδωλίου.

Το ειδώλιο έχει ύψος 4,6 εκατοστά και συνολικό μήκος σώματος 6,5 εκατοστά. Στη μέση του μετώπου του ταυροειδούς και σε μια κοιλότητα με διάμετρο μόλις 3,4 χιλιοστά παρατηρείται χρυσός δίσκος, που κάνει το ειδώλιο να ξεχωρίζει από άλλα παρόμοια που έχουν βρεθεί στην Κρήτη.

Στη χρυσή αυτή επιφάνεια του ειδωλίου, μεγέθους όσο μία φακή, παρατηρήθηκαν χαραγμένα δυο σύμβολα γραφής Γραμμικής Β” από πιθανόν τέσσερα που υπήρχαν συνολικά. Ο λόγος που διακρίνονται μόλις τα δύο σύμβολα είναι ότι σε κάποια φάση υπήρξε μια προσπάθεια καθαρισμού της χρυσής επιφάνειας για να γυαλισθεί ο χρυσός δίσκος, προσπάθεια που είχε ως αποτέλεσμα την εξάλειψη των δυο σημείων. Αυτό πιθανό να οφείλεται σε διαδικασίες συντήρησης στις πρώτες ημέρες της Κρητικής αρχαιολογίας.

Η λέξη που πιθανόν έχει γραφτεί είναι «τιμαήεις»(τι-μα-Fη-Fεις) και είναι πιθανόν σχετική με το αφιερωματικό ειδώλιο. Στον Όμηρο υπάρχει ο τύπος τιμήεις και τιμήεσσα δηλώνοντας τον αξιότιμο, τον σεβαστό ή το πολύτιμο «χρυσό δώρο».

Το ερώτημα που προέκυψε για τους ερευνητές είναι με ποια τεχνολογία μπορούσαν τον 14ο αιώνα π.Χ. να αποτυπώσουν σε επιφάνεια μεγέθους όσο μία φακή τέσσερα συλλαβικά σύμβολα της Γραμμικής Β’. Ο τρόπος γραφής στη μικρή χρυσή επιφάνεια τεσσάρων συλλαβικών συμβόλων δείχνει μεγάλη επιδεξιότητα. Αυτή η πραγματικά μικροσκοπική καταγραφή ακολουθεί την μικρογραφική παράδοση που είναι εμφανής στη σφραγιδογλυφία.


Σημειώνεται ότι παρόμοια τεχνολογία γραφής έχει παρατηρηθεί σε μια ασημένια περόνη από τον θολωτό τάφο 2 στο Φουρνί των Αρχανών, Μινωικής περιόδου, όπου τα ύψη των μικρότερων συλλαβογραμμάτων είναι 2,0 χιλιοστά. Στην περίπτωση, όμως, του ειδωλίου τα συλλαβογράμματα είναι ακόμη μικρότερα, μόλις 1,4 χιλιοστά. Το πλάτος τους είναι μόλις 0,2 χιλιοστά, ενώ το πάχος χάραξης των γραμμών των συλλαβογραμμάτων είναι περίπου 0,01-0,025 χιλιοστά.

Όπως επισημαίνει στο ΑΜΠΕ ο ερευνητής Αιγαιακών Γραφών, δρ. Μηνάς Τσικριτσής, «Mε την πολυφασματική ανάλυση φωτογράφησης μπορέσαμε να δούμε και το τρίτο συλλαβόγραμμα με αξία Fe. Tα προαναφερθέντα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι ο χαράκτης των συμβόλων σίγουρα χρησιμοποίησε ισχυρό μεγεθυντικό φακό. Το δεύτερο ενδιαφέρον ερώτημα που δημιουργείται είναι τι είδους βελόνα χάραξης, ή σμίλης, χρησιμοποιήθηκε που θα μπορούσε να χαράξει σε πάχος γραμμής 0.01 του χιλιοστού».

«Τα ίχνη ανάπτυξης αυτής της μικροτεχνολογίας, που είναι μοναδική στον τότε κόσμο, όπως και η ύπαρξη του Μινωικού υπολογιστή πρόβλεψης εκλείψεων του Παλαικάστρου, είναι σημαντικά ευρήματα που μας προβληματίζουν και πιθανόν επιβεβαιώνουν την κατάκτηση γνώσεων και πολλαπλών δεξιοτήτων στο Κρητομυκηναϊκό Πολιτισμό», προσθέτει ο κ. Τσικριτσής.

Ενδιαφέρον αποτελεί και το γεγονός ότι η επιγραφή αυτή πρέπει να θεωρηθεί η πρώτη της Γραμμικής Β” που βρέθηκε σε χρυσό αφιέρωμα. Οι επιγραφές σε χαλκό, ασήμι και χρυσό είναι συνηθισμένες μόνο σε Γραμμική Α’. Παρά τα χιλιάδες κείμενα που έχουν λογιστικό, εμπορικό και διοικητικό χαρακτήρα στη Γραμμική Β’, δεν είχαν βρεθεί έως τώρα κείμενα σε αφιερώματα μεταλλικά.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)
 
 
 

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

H 1η Ιανουαρίου δεν ήταν πάντα πρωτοχρονιά!!!



H 1η Ιανουαρίου δεν ήταν πάντα πρωτοχρονιά!!!
Ολα τα ημερολογιακά συστήματα είναι επινοήσεις. Αυτό όμως που τα συνδέει είναι η ύπαρξη κάποιου σημείου αναφοράς, όπως στο χριστιανικό ημερολόγιο, στο οποίο κεντρικό σημείο είναι η γέννηση του Ιησού Ολα τα ημερολογιακά συστήματα είναι επινοήσεις.


Αυτό όμως που τα συνδέει είναι η ύπαρξη κάποιου σημείου αναφοράς, όπως στο χριστιανικό ημερολόγιο, στο οποίο κεντρικό σημείο είναι η γέννηση του Ιησού Μέρες που είναι, ας κάνουμε ένα πρωτοχρονιάτικο ταξίδι στα χρονολογικά-ημερολογιακά συστήματα.

 Μια πρώτη, πολύ γενική, διαπίστωση είναι ότι όλα είναι επινοήσεις και κατασκευές. Συνδέονται, βεβαίως, με αστρονομικά φαινόμενα, και ειδικά τον ήλιο και τη σελήνη ή τον συνδυασμό των κινήσεών τους (αστρονομικό έτος), αλλά η Πρωτοχρονιά είναι μια επαναλαμβανόμενη εφεύρεση, μέχρι να επιβληθεί η 1η Ιανουαρίου. Η 1η Ιανουαρίου δεν ήταν πάντα…Πρωτοχρονιά

Η ημερολογιακή αρχή της χρονιάς ήταν διαφορετική πολλές φορές σε διάφορες εποχές. Διέφερε ακόμη και μέσα σε ίδιες εποχές από διάφορες εθνικές ή άλλες ομάδες. Βεβαίως, κι όλα τα πολιτικά ημερολόγια του κόσμου. Αυτό που συνδέει, όμως, τις πρωτοχρονιές όλου του κόσμου στη διαδρομή της Ιστορίας είναι η ύπαρξη κάποιου σημείου αναφοράς. Απ' αυτήν ακριβώς την οπτική ο κυρίαρχος σήμερα τρόπος μέτρησης του πολιτικού και εκκλησιαστικού χρόνου, που εισηγήθηκε ο μοναχός Διονύσιος ο Μικρός (6ος αιώνας), ήταν η ωριμότερη έως τότε σκέψη. 

Η αφετηρία
Η ιστορία δεν είχε πια απλώς ένα σημείο εκκίνησης, αλλά ένα κέντρο. Ολα τα συμβάντα μπορούσαν να τοποθετηθούν ΠΡΙΝ ή ΜΕΤΑ από την εμφάνιση του Ιησού.

Μέχρι τότε στα περισσότερο γνωστά συστήματα οι χρονολογήσεις τοποθετούσαν τα γεγονότα ΜΕΤΑ μια αφετηρία: Την άλωση της Τροίας, την πρώτη Ολυμπιάδα, την κτίση της Ρώμης, την άνοδο του Διοκλητιανού στην εξουσία, τη δημιουργία του κόσμου κλπ.

Είναι φανερό ότι ο καθορισμός ενός γεγονότος-σημείου αναφοράς είναι πολύπλοκος, αλλά πάντα προϋποθέτει τη βούληση μιας εξουσίας (πολιτική, θρησκευτική κλπ.) για να επιβληθεί. Χωρίς να σημαίνει πάντα ότι αυτή η βούληση αρκεί για την καθιέρωση, αφού η αποδοχή ή η απόρριψή του επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες (πολιτιστικοί, χρηστικοί κ.ά.).

Ετσι, για παράδειγμα, η χρονολόγηση με τα πρόσημα π.Χ. ή μ.Χ., προϋποθέτει την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού στη Δύση. Το Ιουλιανό ημερολόγιο την επιβολή της θέλησης του Ιούλιου Καίσαρα, το βυζαντινό τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, το Γρηγοριανό τον Πάπα Γρηγόριο. Για να πάμε πιο πίσω, το πρώτο αρχαίο αθηναϊκό τον Κέκροπα, το αργολικό την Ηρα, της Μεσοποταμίας συγκεκριμένους άρχοντες-βασιλιάδες και πάει λέγοντας… 

Τα χρονολόγια και τα ημερολόγια μοιάζουν ουδέτερα, α-πολιτικά, αλλά σε τελευταία ανάλυση δεν είναι τέτοια. Ο δεσμός ανάμεσα στον χρόνο και την όποια εξουσία είναι τόσο παλιός όσο και τα συστήματα μέτρησης του χρόνου από τα συστήματα εξουσίας. «Ελαβε το ημερολόγιο…», έλεγαν οι αρχαίοι Κινέζοι, όταν ήθελαν να πουν ότι κατέκτησαν μια περιοχή. 

Οι… ρίζες
Ο 11ος ρωμαϊκός μήνας Ιανός Η καθιέρωση και η γενίκευση της 1ης Ιανουαρίου είναι σχετικά πρόσφατη. Ευρύτερα αποδεκτή έγινε μόλις τον προηγούμενο αιώνα και αμφισ-βητήθηκε αρκετές φορές στη διάρκειά του. Το παράδοξο είναι ότι δεν αντιστοιχεί ακριβώς σε κάποιο αστρονομικό φαινόμενο. Οπως, λόγου χάρη, στη χειμερινή ισημερία (22 Δεκεμβρίου), όταν η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει και η νύχτα να υποχωρεί.

Ούτε, φυσικά, στα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου), ημερομηνία από την οποία ξεκινά η χρονολόγηση και, φυσιολογικά, τότε ακριβώς έπρεπε ν αρχίζει να μετρά η νέα χρονιά. Παρ όλα αυτά, ως αρχή του πολιτικού έτους ίσχυε πριν από την καθιέρωση του παλιού Ιουλιανού ημερολογίου (μέσα 1ου π.Χ. αιώνα), συνεχίστηκε με αυτό και διατηρήθηκε στο ισχύον Γρηγοριανό.

Αν και το μόνο αστρονομικό γεγονός είναι ότι απλώς τότε η Γη βρίσκεται στο περιήλιο της τροχιάς της (το πλησιέστερο σημείο στον ήλιο). Το δεδομένο, όμως, αυτό δεν φαίνεται να έχει παίξει ρόλο στην εξίσωση Πρωτοχρονιά=1 Ιανουαρίου. Οι ρίζες της καθιέρωσης βρίσκονται μάλλον στην αρχαία Ρώμη και ειδικά στο ημερολόγιο του Νουμά -διαδόχου του Ρωμύλου.

Σε αυτόν αποδίδεται η προσθήκη του Ιανουαρίου στο δεκάμηνο τότε ρωμαϊκό ημερολόγιο. Ως 11ος μήνας αφιερώθηκε στον Ιανό, ο οποίος, εκτός των άλλων, θεωρούνταν και θεός κάθε αρχής.

Με τη διάσταση αυτή ήταν ζήτημα χρόνου ο τελευταίος μήνας να γίνει πρώτος και η πρώτη μέρα του Πρωτοχρονιά. Γύρω στο 150 π.Χ. η έναρξη του ρωμαϊκού πολιτικού έτους θα τοποθετηθεί επισήμως κατά τον Ιανουάριο. Φαίνεται ένας από τους λόγους ήταν πως στις καλένδες του (αρχές του μήνα) ορκίζονταν οι άρχοντες (ετήσιοι ύπατοι, πραίτορες). 

Στις τελετές που ακολουθούσαν και συνεχίστηκαν από τους μετέπειτα αυτοκράτορες, πολλοί ειδικοί εκτιμούν ότι έχουν τις ρίζες τους τα σύγχρονα κάλαντα, αλλά και τα «δώρα» των Χριστουγέννων…

Παρά τις βαθιές ρίζες της η 1η Ιανουαρίου μόλις μετά τον 10ο αιώνα, βαθμιαία και αργόσυρτα, θα αρχίσει να καθιερώνεται στην Ευρώπη ως η αρχή του πολιτικού έτους. 

Το μπέρδεμα με το έτος γέννησης του Χριστού.
Η χρονιά της γέννησης Σύμφωνα με το σημερινό γενικευμένο σύστημα χρονολόγησης ο Χριστός δεν γεννήθηκε το 1 μ.Χ. ή το έτος 0 (μηδέν). Οι υπολογισμοί, εφόσον ισχύουν όσα παραδίδουν οι Ευαγγελιστές, τοποθετούν τη γέννηση μεταξύ του 4 και 6 μ.Χ. 

Το σκεπτικό.
Το εκκλησιαστικό σκεπτικό για τον καθορισμό του πρώτου χριστιανικού έτους ήταν το εξής: Η σύλληψη-ενσάρκωση του Ιησού έγινε την 25η Μαρτίου και άρα η επομένη 1η Ιανουαρίου ισούται με την πρώτη μέρα του 2 μ.Χ. 

Το υπολογιστικό λάθος.
  Το λάθος του μοναχού Διονυσίου ήταν ότι δεν «μέτρησε» κατά τους υπολογισμούς του για τον καθορισμό της γέννησης του Χριστού το έτος μηδέν. Τον καιρό του και αργότερα ο λάθος υπολογισμός του δεν είχε κάποια πρακτική σημασία.

Ταξίδι στον… χρόνο κατά τον Μεσαίωνα.

Δεν είναι και τόσο μακρινή η εποχή, με αστρονομικά μέτρα, που ταξιδεύοντας στην Ευρώπη, μπορούσες να ξεκινήσεις μια χρονιά από ένα μέρος και, ύστερα από πολλές μέρες, να φτάσεις σ’ ένα άλλο την προηγούμενη χρονιά!

Ετσι, για παράδειγμα, ένας έμπορος που αναχωρούσε την 1η Μαρτίου του 1250 από τη Βενετία, φθάνοντας στη Φλωρεντία βρισκόταν το 1249. Συνεχίζοντας, μάλιστα, την πορεία του προς την Πίζα βρισκόταν στο 1251! Το ταξίδι στο… παρελθόν ή το μέλλον, κατά το Μεσαίωνα, δεν οφειλόταν, φυσικά, σε κάποια «μηχανή του χρόνου». Αλλά στα ανόμοια ημερολόγια που ίσχυαν την ίδια εποχή σε διαφορετικές περιοχές. Αλλού στην ιταλική χερσόνησο η χρονιά άρχιζε την 1η Ιανουαρίου, αλλού την 1η ή και την 25η Μαρτίου. Το ίδιο συνέβαινε σε πανευρωπαϊκή και πολύ περισσότερο σε παγκόσμια κλίματα. Στην Ισπανία και τη Γερμανία του Μεσαίωνα το έτος άρχιζε τα Χριστούγεννα, ενώ στη Γαλλία για ένα διάστημα την 1η Απριλίου…

 Αλλά και στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη, που ενδιαφέρει περισσότερο στα «καθ ημάς», η Πρωτοχρονιά οριζόταν διαφορετικά. Τοποθετούνταν την 1η Σεπτεμβρίου, αν και την πρωτομηνιά (καλένδες, νουμηνίες – νεομηνίες) του Ιανουαρίου γίνονταν παραδοσιακά λαϊκά πανηγύρια. Συνεχίζονταν, έτσι, οι αντίστοιχες ρωμαϊκές εκδηλώσεις, που αντανακλούσαν παλιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι οποίες σχετίζονταν με το χειμερινό ηλιοστάσιο (22 Δεκεμβρίου). 

Μεταθέσεις…
Στην Αγγλία η Πρωτοχρονιά ακολουθούσε άλλους ρυθμούς. Μέχρι τον 14ο αιώνα τοποθετούνταν την 25η Δεκεμβρίου. Μετά και μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα μετατέθηκε την 25η Μαρτίου. Η τελευταία, όπως και η 1η Μαρτίου, οριζόταν για μεγάλα διαστήματα και από πολλούς Ευρωπαίους ως Πρωτοχρονιά. Ο ορισμός αυτός είχε κάποια λογική, αφού ο Μάρτιος είναι ο μήνας της εαρινής ισημερίας (21 Μαρτίου εξίσωση της ημέρας με τη νύχτα). Είχε, επίσης, τη λογική της και η θέσπιση της Πρωτοχρονιάς την 1η Σεπτεμβρίου.

Η ημερομηνία ήταν ταυτισμένη με το άνοιγμα και την αναθεώρηση των φορολογικών καταλόγων και από την εποχή ακόμη του Μ. Κωνσταντίνου άρχιζε να μετρά τότε το πολιτικό έτος των Βυζαντινών. Αυτή η «αρχή της Ινδίκτου» (δεκαπενταετές σύστημα μέτρησης του χρόνου) θα υιοθετηθεί από την Εκκλησία και θα αποτελέσει την αφετηρία του εκκλησιαστικού έτους.

Η έναρξη της νέας χρονιάς, λοιπόν, είτε για το πολιτικό είτε για το εκκλησιαστικό ημερολόγιο στο χριστιανικό κόσμο, δεν οριζόταν πάντα με τον ίδιο τρόπο από τους ίδιους λαούς την ίδια εποχή. Πολύ περισσότερο δεν συνέβαινε αυτό σε όλους τους λαούς σε όλες τις ιστορικές περιόδους. Ακόμη και σήμερα, άλλωστε, μουσουλμάνοι, εβραίοι και άλλες πολλές ομάδες έχουν τη δική τους Πρωτοχρονιά. Κοινός, όμως, παρανομαστής, ανεξαρτήτως συγκεκριμένης ημερομηνίας, είναι ο εορτασμός της νέα χρονιάς παντού και σε απροσδιόριστο βάθος χρόνου. Η προσδοκία για καλύτερες μέρες.

Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη
* Αρχαϊκή και κλασική Ελλάδα: Τα διάφορα ελληνικά ημερολόγια έχουν διαφορετικές πρωτοχρονιές, σύμφωνα με αντίστοιχες φυσικο-θρησκευτικές γιορτές (θερινό ή χειμερινό ηλιοστάσιο, εαρινή ή φθινοπωρινή ισημερία).

* Μέσα 2ου π.Χ.: Καθιερώνεται η 1η Ιανουαρίου ως έναρξη του πολιτικού ρωμαϊκού έτους, που συμπίπτει με τις γιορτές για το χειμερινό ηλιοστάσιο και τα Σατουρνάλια. * Μέσα 1ου π.Χ.: Το Ιουλιανό ημερολόγιο διατηρεί την Πρωτοχρονιά κατά την 1η Ιανουαρίου. Χριστιανική εποχή

* 4ος αιώνας: Από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου το έτος στην αυτοκρατορία ξεκινά την 1η Σεπτεμβρίου. Διατηρούνται τα προϋπάρχοντα λαϊκά πανηγύρια και οι γιορτές κατά τις καλένδες-νεομηνίες του Ιανουαρίου.

* Πρώτοι μεταχριστιανικοί αιώνες: Η χριστιανική εκκλησία θεωρεί αρχή του έτους τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου). Αργότερα καταδικάζει ως ειδωλολατρική την Πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου. Το εκκλησιαστικό έτος αρχίζει από την 1η Σεπτεμβρίου. Νέα και νεότερη περίοδος

* Τέλη 16ου αιώνα: Μαζί με την εισαγωγή του νέου (Γρηγοριανού) ημερολογίου ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ καλεί τους χριστιανούς να υιοθετήσουν ως Πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου.

* 17ος -19ος αιώνας: Η Ευρώπη γιορτάζει πολλές και διαφορετικές πρωτοχρονιές, ενώ ο κόσμος ακόμη περισσότερες.

* Οι διάφορες παραδόσεις δύσκολα εγκαταλείπονται.

* Αρχές 20ού αιώνα: Γενίκευση του γιορτασμού της Πρωτοχρονιάς την 1η Ιανουαρίου, με παράλληλη διατήρηση δύο δεκάδων άλλων βασικών ημερολογίων. (εφ. ελευθεροτυπία)

newsbomb

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Το πραγματικό ταξίδι του Οδυσσέα και γιατί μας το έκρυψαν (pics)




Η περιπλάνηση του Οδυσσέως...


α) η μελέτη της Εριέττας Μέρτζ
Η πρώτη που ετόλμησε να έρθει αντιμέτωπη προς την επικρατούσα άποψη ότι οι περιπλανήσεις του Οδυσσέως έγιναν ...μέσα στην Μεσόγειο ήταν η Αμερικανίδα Εριέττα Μέρτζ (Henrietta Mertz) η οποία το 1965 εξέδωσε στο Σικάγο των Η.Π.Α. το βιβλίο " The Wine Dark Sea" (τίτλος στα Ελληνικά "ΟΙΝΩΨ ΠΟΝΤΟΣ" εκδόσεις ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ -1995)και αργότερα το 1967 τα "Αργοναυτικά" δια των οποίων με μεγάλη πειστικότητα -στηριζόμενη στις δικές της προσωπικές έρευνες και εξερευνήσεις στην Β. και Ν. Αμερική- διατυπώνει την θέση ότι το ταξίδι του Οδυσσέως είχε και ένα σημαντικό σκέλος εκτός Μεσογείου. Η άποψη της κ. Μέρτζ είναι ότι ο Οδυσσέας ταξίδεψε μέχρι τις ακτές της Αμερικής βοηθούμενος από τα θαλάσσια ρεύματα. Η κ. Μέρτζ εντόπισε τα μέρη που επισκέφθηκε ο Οδυσσέας με βάση την ταχύτητα που κινούνται τα θαλάσσια ρεύματα και την διάρκεια των ταξιδιών από σταθμό σε σταθμό όπως αναφέρονται στην Οδύσσεια. Οι απόψεις της κ. Μέρτζ ενισχύονται και από αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν βρεθεί στην Αμερικανική ήπειρο.

Σχεδιάγραμμα που παρουσιάζει την περιπλάνηση του Οδυσσέα μετά την πτώση της Τροίας βάσει των διαπιστώσεων της Εριέττας Μέρτζ (η οποία μελέτησε εδάφιο προς εδάφιο το κείμενο του Ομήρου σε συνδυασμό με διάφορες νεότερες ανακαλύψεις και παρατηρήσεις που αναφέρονται από τον ίδιο τον Όμηρο π.χ. διάρκεια ταξιδιού κλπ). Στον χάρτη επισημαίνονται η περιοχή που υπήρξαν οι Σειρήνες , σε ποιο σημείο της Αμερικάνικης ηπείρου ήταν η Σκύλλα και η Χάρυβδης και μέσο ποίας οδού ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη βοηθούμενος καθ' όλη την διαδρομή από το ρεύμα του κόλπου (Gulf stream) .

β) η μελέτη του Ζίγκφριντ Πετρίδη

Οι Έλληνες έχουν μία αποδεδειγμένη ναυτική ιστορία που ξεκινάει τουλάχιστον από το 7.250 π. Χ. όπως αποδεικνύεται από τα ευρήματα του σπηλαίου Φράχθι στην Αργολίδα.

«...Η μοναδικότης του Ελληνικού γεωγραφικού χώρου, ήτοι η παρουσία εις μικράν σχετικώς έκτασιν, το Αιγαίον Πέλαγος, εκατοντάδων νήσων, επέτρεψε εις τους προϊστορικούς κατοίκους του, λίαν ενωρίς την ανάπτυξιν της δια θαλάσσης επικοινωνίας. Με την πάροδο των ετών και την απόκτησιν πείρας θαλασσίων ταξιδίων, οι Αιγαίοι ναυτικοί έγιναν τολμηρώτεροι, πλεύσαντες προς βορράν εις τον Εύξεινον πόντον, προς νότον εις Αίγυπτον και "Φοινίκην" και δυσμάς εις Ιταλίαν και Ιβηρίαν. Ανακαλύψαντες ότι η θάλασσα εις ην εταξίδευον περιεβάλλεντο παντού υπό ξηράς με μία μόνον έξοδον, δεν εδίστασαν να εξέλθουν τραπέντες όπως είδομεν προς βορράν (σημ. της ΑΕΙ- Κασσιτερίδες νήσοι = Αγγλία) δια τον κασσίτερον και δια το ήλεκτρον, αλλά και προς δυσμάς ως θ' αποδείξωμεν...» ("ΟΔΥΣΣΕΙΑ" ελληνική έκδοση, σελίδα 139)

Η Ελληνική γραμματεία είναι πλούσια σε αναφορές για τις γεωγραφικές γνώσεις των αρχαίων προγόνων μας. Στην μελέτη του κ. Πετρίδη παρουσιάζονται στοιχεία που αφορούν τις

γεωγραφικές γνώσεις για περιοχές :

- του Βορρά (υπερβορέα)
- της Ανατολής (Ασίας)
- του Νότου (Αιθιοπία, Κυρηναϊκή, Αίγυπτος, λοιπή βόρεια Αφρική)
- και της Δύσεως (Ιταλία, νήσοι δυτικώς της Ιταλίας α) Σαρδηνία, β) Κορσική γ) Έλβα δ) Καπρί ε) Ίσκια , Ιβηρική χερσόνησος, Γαλλία, βόρειο-ανατολική Ευρώπη, Βρετανία - Ιρλανδία.

Από την Ελληνική γραμματεία προκύπτει ότι οι Έλληνες έχουν μεγάλη εξοικείωση με τις αστρονομικές παρατηρήσεις (παράδειγμα οι αστρονομικές αναφορές των Ορφικών ύμνων) και οι ναυτικοί της εποχής χρησιμοποιούν τους αστερισμούς για να προσανατολίζονται κατά την διάρκεια της νυχτερινή πλεύση τους.

Μεγάλη βαρύτητα στην έρευνα του ταξιδιού του Οδυσσέως έχουν οι αστρονομικές αναφορές της Οδύσσειας. Αναφέρεται από τον Όμηρο ότι «ΑΡΚΤΟΝ Θ' ΗΝ ΚΑΙ ΑΜΑΞΑΝ ΕΠΙΚΛΗΣΙΝ ΚΑΛΕΟΥΣΙΝ, ΗΤ' ΑΥΤΟΥ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΙ Τ' ΩΡΙΩΝΑ ΔΟΚΕΥΕΙ, ΟΙΗ Δ' ΑΜΜΟΡΟΣ ΕΣΤΙ ΛΟΕΤΡΩΝ ΩΚΕΑΝΟΙΟ ΤΗΝ ΓΑΡ ΔΗ ΜΙΝ ΑΝΩΓΕ ΚΑΛΥΨΩ, ΔΙΑ ΘΕΑΩΝ, ΠΟΝΤΟΠΟΡΕΥΟΜΕΝΑΙ ΕΠ' ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΧΕΙΡΟΣ ΕΧΟΝΤΑ» (ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Ε 273) δηλαδή : "και την 'Αρκτον (Μ. 'Αρκτο) που την ονομάζουν και 'Αμαξα, που κλωθογυρίζει αυτού και παραφυλάει τον Ωρίωνα και που μονάχ' αυτή είναι αμέτοχη στα λουσίματα του Ωκεανού, (σημ. της ΑΕΙ : δηλαδή ο αστερισμός είναι αειφανής - δεν πέφτει κάτω από τον ορίζοντα) τον συμβούλεψε λοιπόν η υπέροχη θεά η Καλυψώ να ταξιδεύει έχοντας στ' αριστερό του χέρι αυτήν".

Στο κείμενο αυτό περιέχονται σημαντικότατες πληροφορίες. «...Ο Όμηρος ομιλεί περί "Ωκεανού" και όχι "Πόντου" και όπως είδομεν "Ωκεανόν" οι αρχαίοι Έλληνες ωνόμαζαν την περιβάλλουσαν την οικουμένην θάλασσαν (σημ. της ΑΕΙ : η θάλασσα έξω από τις Ηράκλεις στήλες) περί αυτού συμφωνεί και ο Στράβων "ΤΑΥΤΑ ΓΑΡ ΠΑΝΤΑ ΦΑΝΕΡΩΣ ΕΝ ΤΩ ΑΤΛΑΝΤΙΚΩ ΠΕΛΑΓΕΙ ΠΡΑΤΤΟΜΕΝΑ ΔΗΛΟΥΤΑΙ" (c26) δηλαδή : Όλα αυτά είναι καταφανές ότι δηλούνται (υπό του Ομήρου) ως τελούμενα εις τον Ατλαντικόν"...» ("ΟΔΥΣΣΕΙΑ" ελληνική έκδοση, σελίδα 182)

Η πολυετή εμπειρία του Ζ. Πετρίδη ως ιστιοπλόου τον βοήθησε να επιβεβαιώσει ή και να διορθώσει (όπου αυτό ήταν απαραίτητο) τα συμπεράσματα της Ε. Μέρτζ, με βάση τις αναφορές που υπάρχουν από τον Όμηρο για την διάρκεια του ταξιδιού από σταθμό σε σταθμό και τις επιπρόσθετες λεπτομέρειες που τυχόν αναφέρονται (π.χ. κατεύθυνση ανέμου, πορεία πλοίου, περιγραφές των νησιών κλπ).

Παράδειγμα: ΑΙΟΛΙΑ


«..Γράφει ο Όμηρος : "ΔΩΚΕ ΜΟΙ ΕΚΔΕΙΡΑΣ ΑΣΚΟΝ ΒΟΟΝ ΕΝΝΕΩΡΟΙΟ, ΕΝΘΑ ΔΕ ΒΥΚΤΑΩΝ ΑΝΕΜΟΝ ΚΑΤΕΔΗΣΕ ΚΕΛΕΥΘΑ, ΚΕΙΝΟΝ ΓΑΡ ΤΑΜΙΗΝ ΑΝΕΜΩΝ ΠΟΙΗΣΕ ΚΡΟΝΙΩΝ ΗΜΕΝ ΠΑΥΜΕΝΑΙ ΗΔ' ΟΡΝΥΜΕΝ ΟΝ Κ' ΕΘΕΛΗΣΙΝ. ΝΗΙ Δ' ΕΝΙ ΓΛΑΦΥΡΗ ΚΑΤΕΔΕΙ ΜΕΡΜΙΘΙ ΦΑΕΙΝΗ ΑΡΓΥΡΕΗ, ΗΝΑ ΜΗΤΙ ΠΑΡΑΠΝΕΥΣΗ ΟΛΙΓΟΝ ΠΕΡ, ΑΥΤΑΡ ΕΜΟΙ ΠΝΟΙΗΝ ΖΕΦΥΡΟΥ ΠΡΟΕΗΚΕΝ ΑΗΝΑΙ, ΟΦΡΑ ΦΕΡΟΙ ΝΗΑΣ ΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΥΣ" (ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Κ19)

Δηλαδή "Μου 'δωσε ένα ασκί εννιάχρονου βοδιού, που το έγδαρε, κι έκλεισε κει μέσα τις κινήσεις των ανέμων με τα πολλά τους βουητά, γιατί εκείνον είχε κάμει ο γιός του Κρόνου επιστάτη στους ανέμους, για να σταματάη και να αμολάη όποιον του αρέσει. Κι έδεσε το ασκί μέσα στο βαθουλωτό καράβι με γυαλιστερή, ασημένια κλωστή, για να μην φυσάει έστω και λίγο. 'Αφησε μονάχα τον Ζέφυρο (δυτικό) να φυσάει για χάρη μου, για να πάη στην πατρίδα και τα πλοία κι εμάς τους ίδιους."

Ώστε ο Αίολος παρακληθείς υπό του Ωδυσσέως, εδέσμευσεν όλους τους ανέμους, αφήσας μόνο τον ούριον δι' αυτόν, Ζέφυρον - δυτικός, όπερ σημαίνει ότι ο Οδυσσεύς ευρίσκετο δυτικώς της Ιθάκης και περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με αυτήν.

Και η διήγησις συνεχίζει :

"ΕΝΝΗΜΑΡ ΜΕΝ ΟΜΩΣ ΠΛΕΟΜΕΝ ΝΥΚΤΑΣ ΤΕ ΚΑΙ ΗΜΑΡ, ΤΗ ΔΕΚΑΤΗ Δ' ΗΔΗ ΑΝΕΦΑΙΝΕΤΟ ΠΑΤΡΙΣ ΑΡΟΥΡΑ" (ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ Κ2 δηλαδή : " Εννιά μερόνυχτα συνέχεια ταξιδεύαμε και στις δέκα άρχισε να ξεχωρίζει πια η γη της πατρίδας" (σημ. της ΑΕΙ : άρα η νήσος Αιολία πρέπει να είναι ένα νησί που να ευρίσκεται δυτικά της Ιθάκης και να απέχει απόσταση που ισοδυναμεί με ταξίδι επί 9 μέρες με ευνοϊκό άνεμον)

Η απόστασις νήσοι Lipari - νήσος Ιθάκη δεν υπερβαίνει τα 270 μίλια και δια 9-ήμερον πλούν η μέση ταχύτης είναι : 270:9: 4=1,25 κόμβοι, αλλά μία ωριαία ταχύτητα πλεύσης 1,25 κόμβων δεν είναι "εύνοια" του Αιόλου, αλλά μαρτύριο...

Αντιθέτως η απόστασις : νήσος Μαγιόρκα - Σαρδηνία - Σικελία - Ιθάκη είναι 870 μίλια και δια 9-ήμερον πλούν η μέση ταχύτης είναι : 870:9:24=4,03 κόμβοι, δηλαδή μία ταχύτης ενός ήρεμου θαλάσσιου περιπάτου, δεκτή από πάσης απόψεως. 'Αρα να η "νήσος του Αιόλου"...» ("ΟΔΥΣΣΕΙΑ" ελληνική έκδοση, σελίδα 216)

Από τα ανωτέρω συμπεραίνεται ότι ο Οδυσσέας δεν έφτασε στην Αμερικανική ήπειρο από τύχη, παρασυρόμενος από τα θαλάσσια ρεύματα (άποψη την οποία έχει η κ. Ε. Μέρτζ).

Αποδεικνύεται ότι οι Έλληνες είχαν και ποντοπόρα πλοία, ισχυροτάτης κατασκευής, ταχέα και ευέλικτα.

Γνώριζαν πολύ καλά και την ναυτική τέχνη, αλλά και την τέχνη του ναυτίλου, εκμεταλλευόμενοι τις δυο κινητήριες δυνάμεις των πλοίων : τα κουπιά και τα πανιά. για να οδηγήσουν τα σκάφη τους εκεί που επιθυμούσαν.

Οι εικόνες καθώς και μέρος των κειμένων προέρχονται από τα βιβλία του Ζ. Πετρίδη

α) ΟΔΥΣΣΕΙΑ - μία ναυτική εποποιία των Ελλήνων εις την Αμερικήν (Αθήνα 1994)
 



 






Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Βρε τι μου θυμίζει, εμένα τον...απόγονο! Δείτε ένα πολύ καλό άρθρο περί δανείων και ΔΝΤ!



Γράφει ο Δημήτρης.

Διαβάστε τι έγινε στην ελληνική οικονομία το 1843, συγκρίνετε το με το σήμερα και θα αντιληφθείτε τι συμβαίνει στην παγκόσμια και στην ελληνική ιστορία, ανεξαρτήτως εποχών, προσώπων και ονομάτων. Η σύγκριση, μόνο ανατριχίλα μπορεί να προκαλέσει.






 Έχουμε και λέμε:

  Το καλοκαίρι του 1843, η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τα τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων που είχε πάρει η χώρα. Δυστυχώς τα λεφτά δεν είχαν πάει σε υποδομές που θα βοηθούσαν την κατεστραμένη ελληνική οικονομία, αλλά είχαν σπαταληθεί στους εμφυλίους της επανάστασης και στα λούσα του παλατιού και των Βαυαρών συμβούλων του στέμματος.(Μας θυμίζει τίποτα;)

Οι τόκοι που έπρεπε να καταβάλλονται κάθε χρόνο ήταν 7 εκατομμύρια δραχμές και ισοδυναμούσαν με το μισό τών συνολικών εσόδων του...

ελληνικού κράτους που έφταναν μετά βίας τα 14 εκατομμύρια ετησίως. Στην πραγματικότητα, με την καταβολή των τόκων δεν περίσσευε τίποτα να επενδυθεί προς όφελος του ελληνικού λαού. (Μήπως κάτι αρχίζει να μας θυμίζει;)


Την άνοιξη του 1843, η κυβέρνηση παίρνει μέτρα λιτότητας, τα οποία όμως δεν αποδίδουν τόσο ώστε να ...συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ετήσια δόση χρήματα. Έτσι, τον Ιούνιο του 1843, η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει τις ξένες κυβερνήσεις ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που χρωστάει και ζητά νέο δάνειο από τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποπληρώσει τα παλιά. Αυτές αρνούνται κατηγορηματικά. (Βρε κοίτα κάτι συμπτώσεις...)


Αντί να εγκρίνουν νέο δάνειο, εκπρόσωποι των τριών μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία) κάνουν μια διάσκεψη στο Λονδίνο για το ελληνικό χρέος και καταλήγουν σε καταδικαστικό πρωτόκολλο. Οι πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων με το πρωτόκολλο στο χέρι, παρουσιάζονται στην ελληνική κυβέρνηση και απαιτούν την ικανοποίηση του. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα δύο μέρη και μετά από έναν μήνα υπογράφουν μνημόνιο (απ νάτο!), σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα πρέπει να πάρει μέτρα ώστε να εξοικονομήσει μέσα στους επόμενους μήνες το αστρονομικό επιπλέον ποσό των 3,6 εκατομμυρίων δραχμών, που θα δοθούν στους δανειστές της. (Αυτό σίγουρα κάτι μας θυμίζει;)


Για να είναι σίγουροι ότι το μνημόνιο θα εφαρμοστεί κατά γράμμα, οι πρεσβευτές απαιτούν να παραβρίσκονται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου που θα εγκρίνει τα μέτρα και να παίρνουν ανά μήνα λεπτομερή κατάσταση της πορείας εφαρμογής τους, αλλά και των ποσών που εισπράττονται. (Ε όχι, δεν γίνεται, πλάκα μας κάνουν...)


Για να μην τα πολυλογώ, σας αναφέρω τα βασικά μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση μέσα στο 1843 σε εφαρμογή του τότε μνημονίου.


Κάθε ομοιότητα με την εποχή μας, είναι εντελώς τυχαία και πέραν των προθέσεων του ιστορικού που τα κατέγραψε:


1. Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν. (όπα...) 


2. Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού αλλά σε ειδικές κατηγορίες. (αμάν...) 

3. Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες, μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των ενστόλων και αντί για μισθό οι στρατιωτικοί έπαιρναν χωράφια. (και όχι τα βουνά...).
 
4. Επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος και της "δεκάτης", που ήταν ο φόρος για την αγροτική παραγωγή. (από τότε έ...) 


5. Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου.(ΦΠΑ δεν είχε τότε...)

 6. Απολύθηκαν όλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και σταμάτησαν όλα τα δημόσια έργα. (έλα...) 

7. Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους. (είχε ο Λοβέρδος προ-προπάππου τότε;)
 
8. Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, όλοι οι δασονόμοι, οι δασικοί υπάλληλοι και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου. (πιθανόν να έφερναν ξένους...) 


9. Καταργήθηκαν όλες οι διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό. (ε, όχι, αυτό όχι...) 

10. Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα και οι καταπατημένες "εθνικές γαίες" με την πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης. (ερχόμαστε δεύτεροι...) 

11. Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού. (αθάνατη Ελλάδα...)


(Είναι να τρελλαίνεσαι, είναι δυνατόν να αντέγραψαν οι τωρινοί ένα τόσο παλιό σχέδιο, μια που δεν είχαν άλλες ιδέες;)

 
Δεν είναι ανατριχιαστικά όμοια με την εποχή μας; Είδατε που οι οικονομικές συνταγές λιτότητας είναι σαν το παλιό καλό κρασί; για ποιούς;


Ίδιες, αιώνιες, ανυπόφορες. Κι επειδή ξέρω ότι θα ρωτήσετε "τι πέτυχαν με όλα αυτά;", σας απαντώ:


Ο κόσμος εξαθλιώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ξένοι πήραν ένα μέρος των χρημάτων τους, η χώρα είδε κι έπαθε να συνέλθει, αλλά φαλήρισε ξανά μετά από πενήντα ακριβώς χρόνια, με το "Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν" του Χαριλάου Τρικούπη, το 1893.


Πάντως, το συγκεκριμένο μνημόνιο του 1843, από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης της 3ης Σεπτέμβρη 1843, που έφερε Σύνταγμα στη χώρα.


Μήπως πρέπει να αναλογιστούν σοβαρά οι εντός και εκτός αρμόδιοι, τι ανάλογο μπορεί να συμβεί και με το τωρινό μνημόνιο...


Έτσι για να ταιριάξει κι' αυτό με το τότε...

 
Δημήτριος Μπότσαρης (απόγονος)



 ΗΠΕΙΡΟΣ-ΕΛΛΑΣ


Σχόλιο ΜΠΟΧΑΣ: Καλά λένε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Αλλά πολύ πιθανόν αυτή  η επανάληψη να γίνεται για να γίνει καλύτερη εμπέδωση...

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

H ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ 1453


Για την επιβίωσή της η Κωνσταντινούπολη πάλεψε θαρραλέα αλλά η μοίρα της είχε ήδη προδιαγραφεί 249 χρόνια πριν, όταν την είχαν κουρσέψει οι Σταυροφόροι και οι Ενετοί της χριστιανικής Δύσης. Το βυζαντινό κράτος διασπάστηκε τότε σε τρία μέρη: στην Αυτοκρατορία της Νικαίας, στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Έτσι, όταν το 1259 ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, σφετεριστής του αυτοκρατορικού θρόνου της Νικαίας, κατόρθωσε με τη βοήθεια των Γενουατών να διώξει τους Ενετούς από την Κωνσταντινούπολη και μετά από δύο χρόνια, το 1261, να στεφθεί ο ίδιος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ως Μιχαήλ H' ο Ελευθερωτής, η αυτοκρατορία ήταν πλέον διαμελισμένη και συρρικνωμένη και η Βασιλεύουσα λεηλατημένη και πάμπτωχη. Ο Μιχαήλ H', για να ανταμείψει τους Γενουάτες για τις υπηρεσίες τους, τους παραχώρησε τον Γαλατά. Οι ηγεμόνες της Ηπείρου και της Τραπεζούντας αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον Μιχαήλ ως αυτοκράτορα.
Τα άλλοτε πλούσια βυζαντινά λιμάνια και αστικά κέντρα τα κατείχαν Φράγκοι, και στη Μικρά Ασία οι Τούρκοι γίνονταν όλο και πιο απειλητικοί. Το εσωτερικό της αυτοκρατορίας σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες. H αδυναμία - και πολλές φορές η αμέλεια - των αυτοκρατόρων να προφυλάξουν τα ανατολικά σύνορα από την επέλαση των Οθωμανών στέρησε το Βυζάντιο από τους πλούσιους σιτοβολώνες της Μικράς Ασίας και από τη δυνατότητα στρατολόγησης ανδρών. Ετσι, ταλανισμένη από εμφυλίους πολέμους, από την πανώλη του 1347 που εξόντωσε πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού της, έχοντας χάσει όλες σχεδόν τις κτήσεις της (ακόμη και τη Θεσσαλονίκη), με μόνο το Δεσποτάτο του Μορέως να επιβιώνει και να ανθεί πνευματικά κα πολιτιστικά, και με τον κλοιό των Τούρκων να σφίγγει αδιάκοπα γύρω της, η Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 15ου αιώνα ήταν πλέον μια πόλη-κράτος και όχι πρωτεύουσα αυτοκρατορίας. H μοναδική ελπίδα της ήταν η Δύση.
Ενωτικοί και ανθενωτικοί
H Δύση ωστόσο, με επικεφαλής τον πάπα, για να προσφέρει βοήθεια απαιτούσε την ένωση των δύο Εκκλησιών, με τους δικούς της όρους φυσικά. Οι προσπάθειες για την ένωση της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είχαν ξεκινήσει σχεδόν αμέσως μετά το Σχίσμα τού 1054. Πριν από την άλωση του 1204 είχαν γίνει γύρω στις τριάντα προσεγγίσεις και συμβούλια. Μετά το 1204 έγιναν τρεις ακόμη προσπάθειες προσέγγισης των δύο Εκκλησιών: H πρώτη επιβλήθηκε βίαια από τους φράγκους κατακτητές στους υπόδουλους Βυζαντινούς. H δεύτερη είχε τη μορφή περισσότερο πολιτικής παρά θρησκευτικής προσέγγισης Ανατολής - Δύσης με πρωτεργάτες τον αυτοκράτορα Μιχαήλ H' και τον πάπα Γρηγόριο I' (Σύνοδος της Λυών, 1274). Τέλος, η τρίτη ξεκίνησε στη Φεράρα το 1438 και ολοκληρώθηκε στη Φλωρεντία έναν χρόνο αργότερα με την υπογραφή της συμφωνίας της Ένωσης.
Ο απελπισμένος για βοήθεια αυτοκράτορας Ιωάννης H', μαζί με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωσήφ και μεγάλη αντιπροσωπεία κληρικών και διανοητών της Ορθοδοξίας, είχε φθάσει στη Φεράρα αποφασισμένος να κάνει οποιεσδήποτε παραχωρήσεις προκειμένου να του παρασχεθεί η πολυπόθητη στρατιωτική αρωγή ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή. Στο μεταξύ όμως ο Ιωσήφ πέθανε και έτσι το πρωτόκολλο της Ενωσης δεν έφερε την υπογραφή πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Τα υπόλοιπα μέλη της ορθόδοξης αντιπροσωπείας υπέγραψαν, εκτός από ένα, τον Μάρκο Ευγενικό, ο οποίος, ως επικεφαλής των ανθενωτικών, αντέκρουσε τα επιχειρήματα του επικεφαλής των ενωτικών Βησσαρίωνος, επισκόπου Νικαίας.
Ωστόσο, αν οι καιροί, σύμφωνα με την άποψη του αυτοκράτορα και των υψηλά ισταμένων κληρικών και πολιτικών, απαιτούσαν την ένωση των δύο Εκκλησιών, ο ορθόδοξος κλήρος στη συντριπτική πλειονότητά του και σύσσωμος ο λαός ήταν αντίθετοι με αυτήν. Οσοι τάχθηκαν υπέρ της Ενωσης αντιμετώπισαν τη λαϊκή οργή. Ο νέος πατριάρχης Γρηγόριος Μάμμας δεν έγινε ποτέ αποδεκτός από το ποίμνιό του. Ο λαός θεωρούσε πνευματικό του ηγέτη τον Μάρκο Ευγενικό και μετά τον θάνατό του τον φιλόσοφο Γεώργιο Σχολάριο, ο οποίος, μολονότι στη Φλωρεντία είχε ταχθεί υπέρ της Ενωσης, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη άλλαξε γνώμη και μετανοημένος έγινε μοναχός με το όνομα Γεννάδιος και πύρινος υπερασπιστής της καθαρής πίστης.
Κληρονομιά ένα συλλείτουργο
Προτού κατορθώσει να διοργανώσει το συλλείτουργο ορθοδόξων και ρωμαιοκαθολικών στον ναό της Αγίας Σοφίας, όπως προέβλεπε η Ενωση, ο Ιωάννης H' πέθανε άτεκνος στις 31 Οκτωβρίου του 1448. Αυτοκράτορας εξελέγη ο αδελφός του Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Δεσπότης του Μορέως. H στέψη του Κωνσταντίνου IA' έγινε στον Μυστρά από τον τοπικό μητροπολίτη και όχι στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη. Ο λόγος ήταν ότι, αν η στέψη γινόταν από τον ενωτικό πατριάρχη Γρηγόριο Μάμμα - ο οποίος τελικά αυτοεξορίστηκε στη Ρώμη -, θα ήταν πρόκληση στο λαϊκό αίσθημα και θα μπορούσαν να ξεσπάσουν ταραχές.
Ο νέος αυτοκράτορας έφθασε στην πρωτεύουσά του στις 12 Μαρτίου 1449 και έγινε δεκτός με ειλικρινή αισθήματα αγάπης από τον λαό του. Ο Κωνσταντίνος χρειαζόταν αυτή την αγάπη γιατί ήλπιζε ότι θα τον βοηθούσε να πείσει κλήρο και λαό για την αναγκαιότητα της Ενωσης και ότι έτσι θα κατόρθωνε να φανεί συνεπής προς τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει ο εκλιπών αδελφός του απέναντι στον πάπα της Ρώμης. H κληρονομιά του συλλείτουργου τον βάραινε. Γι' αυτό φρόντισε να πλαισιωθεί από ανθρώπους και των δύο τάσεων: Αρχιναύαρχο και Μέγα Δούκα όρισε τον Λουκά Νοταρά, ο οποίος ανήκε στους ανθενωτικούς και, μολονότι δεν ήταν ιδιαίτερα φανατικός, πίστευε, όπως λέγεται, ότι «κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν». Στρατοπεδάρχης έγινε ο Ιωάννης Καντακουζηνός, θερμός υποστηρικτής της Ενωσης. Ο Πρωτομάστωρ Δημήτριος Καντακουζηνός και ο Μέγας Λογοθέτης Μετοχίτης ήταν μάλλον ενάντιοι στην Ενωση αλλά θα συμφωνούσαν με ό,τι αποφάσιζε ο αυτοκράτορας. Το ίδιο και ο πιστός του φίλος και γραμματέας (και μετέπειτα ιστορικός της Αλωσης) Γεώργιος Φραντζής (ή Σφραντζής).
Σύντομη ειρήνη
Μόλις ανέλαβε τα καινούργια του καθήκοντα ο Κωνσταντίνος φρόντισε να στείλει πρεσβευτές στον σουλτάνο Μουράτ B' και να ζητήσει συνθήκη ειρήνης. Ο Μουράτ αναγνώρισε τον νέο αυτοκράτορα και συμφώνησε για την ειρήνη.
Δύο χρόνια αργότερα ο Μουράτ πέθανε, και στον θρόνο της οθωμανικής αυτοκρατορίας ανέβηκε ο 19χρονος γιος του Μωάμεθ B', ο οποίος έσπευσε να διαβεβαιώσει τους ηγεμόνες της Δύσης για τις ειρηνικές του προθέσεις. Ο νέος σουλτάνος μάλιστα ορκίστηκε στο Κοράνι ότι θα σεβόταν την ακεραιότητα της βυζαντινής επικράτειας και ανανέωσε την υποχρέωση του πατέρα του προς τον αυτοκράτορα να καταβάλλει κάθε χρόνο το ποσόν των 300.000 άσπρων από τις προσόδους των ελληνικών πόλεων της κοιλάδας του Στρυμόνα που ανήκαν νομικά στον πρίγκιπα Ορχάν, μακρινό εξάδελφο του Μωάμεθ και κατευθείαν απόγονο του ιδρυτή του οθωμανικού κράτους Οσμάν, άρα διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου, ο οποίος διατελούσε υπό τιμητική κράτηση στην Κωνσταντινούπολη.
H απειλή εναντίον της Κωνσταντινούπολης φάνηκε να απομακρύνεται. Ακόμη και ο πάπας θεώρησε εντελώς ακίνδυνο αυτό το παιδάριο. Οταν όμως ο Κωνσταντίνος έστειλε αντιπροσώπους του στην Αδριανούπολη, πρωτεύουσα τότε της οθωμανικής επικράτειας, να ζητήσουν τα χρήματα του Ορχάν, λέγοντας μάλιστα ότι θα έπρεπε να γίνει και κάποια αύξηση στο ποσόν, ο Μωάμεθ θύμωσε και αντί άλλης απαντήσεως έδιωξε τους έλληνες κατοίκους από τις πόλεις της κοιλάδας του Στρυμόνα. H απαίτηση του αυτοκράτορα έδωσε στον Μωάμεθ την αφορμή που ζητούσε για να απαλλαγεί από τον όρκο του.
Ξεκάθαρες προθέσεις
Τον χειμώνα του 1451 ο Μωάμεθ άρχισε να ανεγείρει στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, σε έδαφος το οποίο τυπικά εξακολουθούσε να είναι βυζαντινό, το κάστρο Μπογάζ Κεσέν («ο κόφτης των Στενών» στα τουρκικά), το σημερινό Ρούμελη Χισάρ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο Αναντολού Χισάρ.
Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία ότι ο Μωάμεθ ετοιμαζόταν να εξουδετερώσει την Κωνσταντινούπολη, η οποία εξακολουθούσε να στέκεται σφήνα ανάμεσα στις ασιατικές και στις ευρωπαϊκές κτήσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το Μπογάζ Κεσέν ολοκληρώθηκε στα τέλη Αυγούστου του 1452 και ο Μωάμεθ, αφού το επιθεώρησε και έδωσε εντολή να βυθίζεται κάθε πλοίο το οποίο θα αρνιόταν να σταματήσει για έλεγχο, έφθασε ως τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και μελέτησε τις οχυρώσεις επί τρεις ημέρες.
Οι προθέσεις του Μωάμεθ ήταν πλέον ξεκάθαρες. Αφού κατέλαβε τα απομεινάρια των βυζαντινών κτήσεων στον Εύξεινο Πόντο και στην Προποντίδα, άρχισε να ναυπηγεί έναν τρομερό στόλο, ο οποίος δεν υπήρχε ως τότε στις δυνάμεις του. Τον Μάρτιο του 1453 συγκεντρώθηκαν στην Καλλίπολη γύρω στα 150 πλήρως εξοπλισμένα πολεμικά πλοία, εκτός από τα καΐκια που χρησίμευαν για τη μεταφορά μηνυμάτων, με ναύαρχο τον βουλγαρικής καταγωγής εξωμότη Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου.
Παράλληλα στη Θράκη ο Μωάμεθ συγκέντρωνε τον στρατό του. Με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς, ο στρατός του Μωάμεθ θα πρέπει να έφθανε τις 100.000 άνδρες: 80.000 τακτικούς, με τα επίλεκτα συντάγματα των γενιτσάρων του, 20.000 ατάκτους και αρκετές χιλιάδες βοηθητικούς και μη μάχιμους για τις διάφορες δουλειές.
H μεγαλύτερη ωστόσο απειλή για τα τείχη της Κωνσταντινούπολης ήταν τα κανόνια του τουρκικού πυροβολικού. Ο Μωάμεθ είχε προσλάβει τον Ουρβανό, ούγγρο μηχανικό ο οποίος είχε επιδιώξει προηγουμένως να προσφέρει τις γνώσεις του στον Κωνσταντίνο αλλά αυτός ούτε τα χρήματα που του είχε ζητήσει ο Ουρβανός διέθετε ούτε τα υλικά που χρειάζονταν για να κατασκευαστούν κανόνια. Ετσι ο Ουρβανός πήγε στον Μωάμεθ και του είπε ότι ήταν σε θέση να του φτιάξει ένα κανόνι που θα μπορούσε να γκρεμίσει ακόμη και τα τείχη της Βαβυλώνας. Ο Μωάμεθ τον πήρε αμέσως στην υπηρεσία του, του έδωσε τέσσερις φορές περισσότερα χρήματα από όσα ζήτησε και τον έστρωσε στη δουλειά. Ο Ουρβανός κατασκεύασε πολλά κανόνια αλλά το αριστούργημά του ήταν ένα κανόνι που το πάχος του μπρούντζου του ήταν 20 εκατοστά, το μήκος της κάννης του οκτώ μέτρα και μπορούσε να εκτοξεύσει βλήμα βάρους περίπου 300 κιλών σε απόσταση 1.500 μέτρων.
Προετοιμασίες για την άμυνα
Ολα αυτά τα μάθαιναν φυσικά στην Κωνσταντινούπολη και ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να οργανώσει όσο μπορούσε καλύτερα την άμυνα της πόλης περιμένοντας τη βοήθεια που του είχε υποσχεθεί ο πάπας. Στο μεταξύ η Δύση είχε αλλάξει γνώμη για τον Μωάμεθ, ο οποίος τον Νοέμβριο του 1452 δεν δίστασε όχι μόνο να βυθίσει ένα ενετικό πλοίο που κατέπλεε από τον Εύξεινο Πόντο και δεν σταμάτησε για έλεγχο, αλλά αποκεφάλισε και όλο το πλήρωμά του και τον πλοίαρχό του τον θανάτωσε με ανασκολοπισμό. Ωστόσο η πολυπόθητη βοήθεια προς τους Βυζαντινούς καθυστερούσε.
Ως απόδειξη καλής θέλησης προς τους ρωμαιοκαθολικούς, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 ο αυτοκράτορας οργάνωσε επιτέλους το περίφημο συλλείτουργο στην Αγία Σοφία, όπου μνημονεύτηκαν ο πάπας και ο απών πατριάρχης Μάμμας και αναγνώστηκαν οι όροι της συμφωνίας της Φλωρεντίας. H ένωση των δύο Εκκλησιών είχε τυπικά επιτευχθεί αλλά η βοήθεια από τη Δύση δεν ερχόταν.
Αν όμως οι κυβερνήσεις των χωρών της Δυτικής Ευρώπης αγνοούσαν τις απελπισμένες εκκλήσεις των παγιδευμένων Βυζαντινών, υπήρξαν μερικοί εθελοντές που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον αυτοκράτορα για τη σωτηρία των χριστιανών της Βασιλεύουσας. H ενετική παροικία της Κωνσταντινούπολης διέθεσε στον αυτοκράτορα όλους τους μάχιμους άνδρες της και όλα της τα πλοία που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στον Κεράτιο Κόλπο, τα οποία μετατράπηκαν σε πολεμικά. Επίσης διάφοροι θαρραλέοι Γενουάτες τέθηκαν υπό τις διαταγές του Ιωάννη Ιουστινιάνη Λόνγκο, διάσημου υπερασπιστή οχυρωμένων πόλεων, ο οποίος κατέφθασε τον Ιανουάριο του 1453 στην Πόλη φέρνοντας μαζί του 700 καλά εξοπλισμένους στρατιώτες. Επιπλέον υπήρχαν και μερικοί Ισπανοί και Κρητικοί.

Ακόμη και ο πρίγκιπας Ορχάν αποφάσισε να πολεμήσει εναντίον τον ομοφύλων του προσφέροντας στον αυτοκράτορα τη δύναμη της προσωπικής του φρουράς και μερικούς μισθοφόρους.
Συνολικά η δύναμη των υπερασπιστών της Πόλης δεν ξεπερνούσε τους 7.000 άνδρες, εκ των οποίων οι 5.000 ήταν Βυζαντινοί και οι άλλες 2.000 διάφοροι αλλοεθνείς εθελοντές. Αλλά η πραγματική άμυνα βασιζόταν στα πανίσχυρα τείχη της πόλης, τα οποία είχαν στο μεταξύ επισκευαστεί, η τάφρος γύρω από το χερσαίο μέρος είχε καθαριστεί και ο Κεράτιος Κόλπος είχε κλείσει με την αλυσίδα του.
H πολιορκία αρχίζει
Τον Μάρτιο του 1453 ο στρατός του Μωάμεθ άρχισε τμηματικά να συγκεντρώνεται έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το μεγάλο κανόνι του Ουρβανού, πάνω σε ειδικά φτιαγμένο τροχοφόρο που το έσερναν 60 βόδια, έφθασε και αυτό. Ο Μωάμεθ εμφανίστηκε στις 5 Απριλίου επικεφαλής των 12.000 επιλέκτων γενιτσάρων του και έστησε τη χρυσοκόκκινη σκηνή του στην Κοιλάδα του Λύκου, μερικές εκατοντάδες μέτρα έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού.
Στο μεταξύ ο τουρκικός στόλος, αφού κατέλαβε τα Πριγκιποννήσια, περιπολούσε τις ακτές της Προποντίδας ώστε να μην μπορεί να πλησιάσει κανένα σκάφος για ανεφοδιασμό της Πόλης.
Στις 6 Απριλίου ο Μωάμεθ, τηρώντας το ισλαμικό τυπικό, έστειλε στην Πόλη μήνυμα λέγοντας ότι αν του παραδινόταν δεν θα πείραζε τους πολίτες της ενώ σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έδειχνε τον παραμικρό οίκτο. H απάντηση ήταν αρνητική και η επίθεση των Τούρκων άρχισε αμέσως.
Τα κανόνια του Ουρβανού προξένησαν σοβαρές ζημιές στα τείχη κοντά στη Χαρίσια πύλη, αλλά τη νύχτα οι πολιορκημένοι μπόρεσαν να τα επισκευάσουν ικανοποιητικά.
Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση κάθε μέρα γκρεμίζοντας μεγάλα τμήματα του εξωτερικού τείχους, που οι πολιορκούμενοι τη νύχτα τα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν. Εξαλλος ο Μωάμεθ διέταξε τον Ουρβανό να φτιάξει αποτελεσματικότερα κανόνια.
Στόλος μπουνταλάδων
Στο μεταξύ στην Πόλη οι προμήθειες όλο και λιγόστευαν. Το πρωί της Παρασκευής 20 Απριλίου οι σκοποί πάνω στα τείχη προς τη θάλασσα είδαν με αγαλλίαση να πλησιάζουν προς την Προποντίδα τρεις γενοβέζικες γαλέρες που είχε μισθώσει ο πάπας φορτωμένες με όπλα και προμήθειες και ένα μεγάλο βυζαντινό μεταγωγικό με κυβερνήτη τον Φλαντανελά, που είχε σταλεί στη Σικελία για να αγοράσει σιτάρι. Τα πλοία ωστόσο τα είδαν και οι Τούρκοι και αμέσως ο στόλος του Μπαλτόγλου κινήθηκε εναντίον τους.
H ναυμαχία ήταν σίγουρα άνιση. Αλλά οι Γενουάτες και οι Ελληνες ήταν καλύτεροι ναυτικοί από τους Τούρκους και τα πλοία τους πολύ περισσότερο ευέλικτα. Τα τουρκικά πλοία συγκρούονταν μεταξύ τους σπάζοντας τα κουπιά τους. Τελικά, μόλις έπεσε το σούρουπο, τα τέσσερα σωτήρια πλοία γλίστρησαν μέσα στην ασφάλεια του Κερατίου Κόλπου.
Ηταν μια μεγάλη και εμψυχωτική νίκη. Παρά τις απώλειές τους σε έμψυχο υλικό, τα τέσσερα πλοία, εκτός από τις προμήθειες, πρόσθεσαν και μερικούς άνδρες στους υπερασπιστές της Πόλης.
Ο Μωάμεθ όμως εξοργίστηκε πολύ με το πάθημα του στόλου του. Ο άμοιρος Μπαλτόγλου μόλις που γλίτωσε το κεφάλι του, έχασε όμως όχι μόνο τον τίτλο του ναυάρχου αλλά και όλη του την περιουσία.
Πλοία στη στεριά
H αποτυχία αυτή έκανε τον Μωάμεθ να αναζητήσει τρόπο για να εισχωρήσει στον Κεράτιο Κόλπο. Και αφού δεν μπορούσε να σπάσει το φράγμα, ακολούθησε τη συμβουλή ενός ιταλού μηχανικού να μεταφέρει τα πλοία του από την ξηρά. Πράγμα που έκανε, ενώ ταυτόχρονα κρατούσε τους Βυζαντινούς απασχολημένους με τους συνεχείς βομβαρδισμούς στα χερσαία τείχη της Πόλης. Οι χιλιάδες εργάτες που είχε στη διάθεσή του ο σουλτάνος κατασκεύασαν κιλλίβαντες οι οποίοι ποντίστηκαν στη θάλασσα από την πλευρά του Γαλατά, δέθηκαν πάνω τους τα πλοία και μετά τα τράβηξαν με τροχαλίες. Με τον τρόπο αυτόν γύρω στα 70 πλοία μεταφέρθηκαν μέσα στον Κεράτιο Κόλπο.
Στις 22 Απριλίου οι Βυζαντινοί βρέθηκαν προ τετελεσμένου γεγονότος. H απόπειρα του ηρωικού Ενετού Τζιάκομο Κόκο να πυρπολήσει τα τουρκικά πλοία απέτυχε. H εκδίωξη του τουρκικού στόλου από τον Κεράτιο ήταν πλέον αδύνατη.
Ωστόσο ο Μωάμεθ εξακολουθούσε να έχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο πεζικό του παρά στον στόλο του. Οι βομβαρδισμοί των τειχών εντάθηκαν ακόμη περισσότερο. Αλλά η Πόλη άντεχε και ο Σουλτάνος προβληματιζόταν. Ο χαλίφης Χαλίλ Τσανταρλί, τον οποίο ο Μωάμεθ είχε κρατήσει στη θέση του Μεγάλου Βεζίρη παρ' όλο που δεν τον συμπαθούσε, πρότεινε να λύσουν την πολιορκία. Αλλά ο Μωάμεθ προτίμησε την πρόταση σέρβων μηχανικών που υπηρετούσαν στο στράτευμά του, να δοκιμάσουν να μπουν στην Πόλη σκάβοντας υπόγειες σήραγγες. Τότε άρχισε μια άλλου είδους μάχη: οι Τούρκοι έσκαβαν λαγούμια απ' έξω προς τα μέσα και οι υπερασπιστές της Πόλης τα εντόπιζαν και απέκρουαν τους επίδοξους εισβολείς.
Ο Μάιος μπήκε μουντός και βροχερός. H θλιβερή εικόνα της Πόλης γινόταν φρικιαστική με τις προειδοποιήσεις των καλογήρων που περιφέρονταν στους δρόμους φωνάζοντας ότι η καταστροφή επέρχεται εξαιτίας της Ενωσης. Τα παλιά πάθη αναζωπυρώθηκαν: οι Ενετοί μάλωναν με τους Γενουάτες, οι Ελληνες με τους Λατίνους, οι ενωτικοί με τους ανθενωτικούς. Και όλοι μαζί ήλπιζαν στο θαύμα.
Εάλω η Πόλις
Ο Μωάμεθ αποφάσισε να εξαπολύσει την τελική επίθεση στις 29 Μαΐου. Εξι ημέρες πριν, στις 23 Μαΐου, ο σουλτάνος είχε ζητήσει και πάλι από τον αυτοκράτορα να του παραδώσει την Πόλη και ο Κωνσταντίνος απάντησε με τα λόγια που έχει καταγράψει ο Φραντζής:«Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ' εμόν εστιν ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
Το βράδυ της 28ης Μαΐου στην Αγία Σοφία ορθόδοξοι και καθολικοί ιερείς φόρεσαν τα επίσημα άμφιά τους και λειτούργησαν από κοινού μπροστά σε ένα ποίμνιο ενωμένο για πρώτη και τελευταία φορά.
H επίθεση άρχισε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Τούρκοι βασίστηκαν στον όγκο των δυνάμεών τους. Οι λιγοστοί υπερασπιστές της πόλης ωστόσο συνέχιζαν να τους αποκρούουν, τόσο που μια κάποια ελπίδα έλαμψε για λίγο. Αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιουστινιάνης τραυματίστηκε και ζήτησε από τους άνδρες του να τον μεταφέρουν στο πλοίο του. H γραμμή της άμυνας έσπασε. Ο Κωνσταντίνος τον παρακάλεσε να μη φύγει, μα φαίνεται ότι αυτός την τελευταία στιγμή δείλιασε. Τότε ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας ξήλωσε από τη στολή του τα διακριτικά που μπορούσαν να προδώσουν το αξίωμά του και όρμησε προς τα τείχη. Δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς.
Με το ξημέρωμα ο Μωάμεθ έριξε στη μάχη τους γενιτσάρους του. Τα κανόνια είχαν προξενήσει ένα μεγάλο άνοιγμα στα εξωτερικά τείχη και, όπως λέγεται, μέσα από την πόλη δεν είχαν κλείσει καλά μια μικρή και από χρόνια αχρησιμοποίητη πύλη, την Κερκόπορτα. Τα στίφη των Τούρκων εισόρμησαν και ξεχύθηκαν στα σπλάχνα της Βασιλεύουσας, η οποία παραδόθηκε σε αδυσώπητη λεηλασία, σφαγή και υποδούλωση.
Εάλω η Πόλις!

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...